Στο In Style και στη Ξένια Ιωάννου μίλησε ο Μάρκος Παπαδοκωνσταντάκης , ο πρωταγωνιστής της Διάφανης Αγάπης και είπε τα εξής
«Βγήκα από το Εθνικό στα 23 μου και έκανα θέατρο, δεν έκανα τηλεόραση, αν και μου πρότειναν να κάνω. Βγήκα σε μια περίοδο μέσα στην κρίση, ήταν δύσκολα τα πράγματα, οι μισθοί πολύ χαμηλοί και αυτό στην τηλεόραση ήταν τεράστιο θέμα. Δεν έβγαιναν και ωραία σήριαλ, γιατί δεν είχαν χρήματα οι άνθρωποι. Τώρα ζυμώνεται κάτι. Η τηλεόραση δεν έχει παρελθόν, σταμάτησε στους “Δυο Ξένους”», σημειώνει με κριτική ματιά.
Η ερώτηση για το πώς αποφορτίζεται από την ένταση της δουλειάς τον οδηγεί σε προσωπικές εξομολογήσεις: «Θα σου πω τι έκανα παλιά. Όταν με στρέσαρε, με τραβούσε πέρα από τα όριά μου ένας ρόλος ή μια συνθήκη, έβγαινα και έπινα. Δεν έπινα ακραία αλλά τόσο ώστε να αποσυμπιεστώ – νόμιζα. Με αυτόν τον τρόπο, βέβαια, μαζεύονταν κι άλλα. Τώρα σπίτι, γάτες».
Η σχέση του με τα social media είναι –όπως δηλώνει– σχεδόν ανύπαρκτη, καθώς δεν του προσφέρουν ουσία: «Είχα Facebook και πιο παλιά Hi5. Τα έκλεισα. Και το Instagram μπορεί να το κλείσω. Υπάρχει μια αλήθεια σε αυτό που λένε ότι είναι εργαλείο δουλειάς, κι εγώ γι’ αυτό το έχω, αλλά δεν είμαι και σίγουρος ότι χρειάζεται. Αυτό μας έχουν πει. Θεωρώ πως είμαστε σε μια φάση όπου δεν κυριαρχεί η διανόηση. Πρέπει να σταματήσει ο διασκορπισμός ή ο τεράστιος όγκος πληροφορίας. Πρέπει λίγο να ερημώσεις τον εαυτό σου, για να μπεις σε ένα άλλο κανάλι».
Και ολοκληρώνει τη σκέψη του με λόγια που αντικατοπτρίζουν μια βαθύτερη φιλοσοφική ανάγκη για συγκέντρωση και προσωπική ενδυνάμωση: «Εμένα κάποιος μου είπε: “Τι θα κάνεις, θα κλείσεις το Facebook; Και πώς θα σε βρίσκουν;”. Είναι πάρα πολύ επικίνδυνη ατάκα αυτή. Κλείνοντάς τα όλα, άρχισα να πλησιάζω πολύ περισσότερο στη δουλειά μου, […] οδηγήθηκα σε έναν δρόμο όπου έβρισκα όλα όσα ήθελα. Είναι απαραίτητο ο άνθρωπος να δουλέψει το σώμα και το πνεύμα του. Πρέπει να ισχυροποιηθούμε ως προσωπικότητες, να κρίνουμε, να μην καθοδηγούμαστε».
Το βλέμμα του Παπαδοκωνσταντάκη δεν κοιτά προς τη δημοσιότητα, αλλά προς τα μέσα. Κι αυτή η επιλογή, ειδικά στον σημερινό κόσμο της διαρκούς υπερέκθεσης, μοιάζει πιο θαρραλέα από ποτέ.







